Αἰσίους

Αἰσίων
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσίους — αἴσιος auspicious masc acc pl αἴσιος auspicious masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιερώ — καλλιερῶ, έω (AM) παίρνω ευνοϊκά σημάδια κατά την τέλεση τής θυσίας μου, η θυσία μου στον θεό αποβαίνει ευπρόσδεκτη αρχ. 1. θυσιάζω με αίσιους οιωνούς, με ευνοϊκά σημεία («καλλιερήσαι ταῑς Νύμφαις τὸν ἀμνὸν») 2. (για θυσία) αποβαίνω ευνοϊκή,… …   Dictionary of Greek

  • καλογεννώ — άω 1. γεννώ εύκολα 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) καλογεννημένος, η, ο α) ο γεννημένος με αίσιους οιωνούς β) αυτός που κατάγεται από καλή οικογένεια …   Dictionary of Greek

  • καλοτάξιδος — η, ο 1. (για πλοίο) α) αυτό που πλέει με ευστάθεια, που κάνει καλό ταξίδι, που αντέχει στην τρικυμία β) αυτό που ταξιδεύει με αίσιους οιωνούς, με ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, που επιχειρεί επικερδές ταξίδι 2. (για ανθρώπους) αυτός που ταξιδεύει …   Dictionary of Greek

  • μετοιωνίζομαι — (Α) μεταβάλλω οιωνό και τόν καθιστώ ευνοϊκό ή παρέχω πιο αίσιους οιωνούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + οἰωνίζομαι «προμαντεύω κάτι παρατηρώντας τους οιωνούς»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.